Προβόπουλος: Ποιοι (δεν) θα παίρνουν δάνεια

provopoulos-in

Με το σταγονόμετρο θα συνεχίσουν να χορηγούν δάνεια οι τράπεζες, παρότι έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με ποσά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Μάλιστα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιώργος Προβόπουλος, προτρέπει ευθέως τις τράπεζες να «τραβήξουν την πρίζα» από τις αδύναμες επιχειρήσεις, τονίζοντας ότι «θα ήταν ανώφελο και επικίνδυνο αδύναμες και μη βιώσιμες επιχειρήσεις και κορεσμένοι κλάδοι να αφεθούν να λειτουργούν με όρους του παρελθόντος».

Η χθεσινή παρέμβαση Προβόπουλου με την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσής του διοικητή της ΤτΕ για την οικονομία είχε σαφή μηνύματα προς τις διοικήσεις των εμπορικών τραπεζών. Με δεδομένες τις «σφιχτές» πιστωτικές συνθήκες, που δεν θα αλλάξουν σύντομα, ο διοικητής της ΤτΕ ζήτησε από τους τραπεζίτες να πρωτοστατήσουν στην αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα, να αφήσουν τις αδύναμες επιχειρήσεις στην τύχη τους (βλ. «λουκέτο») και να χρηματοδοτήσουν μόνο τις δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις.

Όπως τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ, «το τραπεζικό σύστημα μπορεί να παίξει σήμερα ενεργό ρόλο και να αποτελέσει μοχλό για την αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα, καθώς είναι ο μόνος κλάδος της οικονομίας που έχει εκ βάθρων αναδιαταχθεί. Αυτή η εμπειρία των τραπεζών μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη και για τις επιχειρήσεις των λοιπών κλάδων της οικονομίας. Οι  τράπεζες οφείλουν επομένως να συμβάλουν ουσιαστικά σε μία προσπάθεια ανασυγκρότησης του παραγωγικού δυναμικού για τη δημιουργία του νέου υποδείγματος βιώσιμης ανάπτυξης, που τόσο έχει ανάγκη η χώρα».

Ο κ. Προβόπουλος προέτρεψε με αρκετή αυστηρότητα τις τράπεζες να αναπροσανατολίσουν τις πολιτικές τους και να αποφύγουν «τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν ένα μεγάλο μέρος των πιστώσεων κατευθύνθηκε προς επενδύσεις σε κατοικίες και κατανάλωση. Οι νέες πιστώσεις θα πρέπει να κατευθύνονται πλέον σε δυναμικές επιχειρήσεις με υψηλό βαθμό εξωστρέφειας και προοπτικές ανάπτυξης. Η περιορισμένη ρευστότητα θα πρέπει δηλαδή να κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία με τρόπο που μεγιστοποιεί τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Θα ήταν ανώφελο και επικίνδυνο αδύναμες και μη βιώσιμες επιχειρήσεις και κορεσμένοι κλάδοι να αφεθούν να λειτουργούν με όρους του παρελθόντος».

Αναφερόμενος στις… κακές συνήθειες του παρελθόντος, ο κ. Προβόπουλος τόνισε ότι το πρότυπο ανάπτυξης στηρίχθηκε σε υπέρμετρο βαθμό στον τραπεζικό δανεισμό, ενώ «οι  επιχειρήσεις δεν εκμεταλλεύθηκαν τις συνθήκες επαναλαμβανόμενης κερδοφορίας για να βελτιώσουν τη χρηματοδοτική τους δομή και να μειώσουν την εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό. Άλλωστε, δεν είχαν και ισχυρό κίνητρο να το κάνουν, όσο διατηρούσαν πρόσβαση σε σχετικά φθηνό χρήμα».

Φειδωλές οι χορηγήσεις

Στην έκθεση του διοικητή τονίζεται ότι «το τραπεζικό τοπίο στην Ελλάδα έχει πλέον αλλάξει», καθώς «η ανακεφαλαιοποίηση και η αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος αποκαθιστούν σταδιακά την εμπιστοσύνη και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να ενισχυθεί μεσοπρόθεσμα η χορήγηση νέων πιστώσεων στην οικονομία».

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να περιμένουμε άμεσα μια σημαντική αύξηση των χορηγήσεων, καθώς, σύμφωνα με την ΤτΕ, «εξακολουθούν να επιδρούν πολλοί παράγοντες ώστε οι χορηγήσεις νέων δανείων να παραμένουν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, περιορισμένες».

Οι κυριότεροι παράγοντες που εμποδίζουν την αύξηση των χορηγήσεων είναι τέσσερις, σύμφωνα με την ΤτΕ:

Πρώτον, οι καθαρές εισροές καταθέσεων, κρίσιμο μέγεθος για τη δυνατότητα των τραπεζών να διοχετεύουν πόρους στην οικονομία, παραμένουν χαμηλές.

Δεύτερον, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις είναι ανάγκη να διατηρείται σε συντηρητικό ύψος. Και ο λόγος αυτός έχει διαταραχθεί από την απώλεια καταθέσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Τρίτον, συγκριτικά με άλλες χώρες η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση που λαμβάνουν οι ελληνικές τράπεζες από το Ευρωσύστημα παραμένει υψηλή και θα πρέπει σταδιακά να περιοριστεί σε πιο λογικά επίπεδα.

Τέταρτον, η τόνωση της εμπιστοσύνης, την οποία πέτυχε η ανακεφαλαιοποίηση, αμβλύνεται από την ανησυχία που προκαλεί η συσσώρευση δανείων σε καθυστέρηση. Η εξέλιξη αυτή αποθαρρύνει τη χορήγηση νέων πιστώσεων, καθώς σηματοδοτεί ότι ο πιστωτικός κίνδυνος είναι πολύ αυξημένος, αποστερεί τις τράπεζες από πόρους τους οποίους θα μπορούσαν να διοχετεύσουν σε νέα δάνεια και δημιουργεί το ενδεχόμενο μελλοντικών απομειώσεων της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, συντηρώντας έτσι την ανάγκη δέσμευσης κεφαλαίων για σχηματισμό προβλέψεων.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s